ἰθαρός

ἰθᾰρός [ῐ], ά, όν,
A cheerful, glad, in [comp] Comp.

-ώτερος Alc.Supp.4.18

.
II pure,

κρᾶναι Simm.25.6

; cf. ἰθαραῖς· ταχείαις, κούφαις, ἱλαραῖς, καλαῖς, καθαραῖς, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ιθαρός — ἰθαρός, ά, όν (Α) 1. εύθυμος, χαρωπός 2. καθαρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ἰθ τού ρ. ἰθ αίνω + κατάλ. αρός (πρβλ. μι αρός) συνδέεται με το ινδοϊρανικό *idhra «καθάριος». Η λ. χρησιμοποιήθηκε ως επίθ. τής λ. κρήνη, αποτελεί γλώσσα τού Ησύχ. και… …   Dictionary of Greek

  • ἰθαρόν — ἰθαρός cheerful masc acc sg ἰθαρός cheerful neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰθαραῖς — ἰθαρός cheerful fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰθαρᾶν — ἰθαρός cheerful masc/fem gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰθαρώτεροι — ἰθαρός cheerful masc nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιθαγενής — ές (ΑΜ ἰθαγενής, ές Α και επικ. τ. ἰθαιγενής) αυτός που κατάγεται από τη χώρα στην οποία κατοικεί, αυτόχθονος, ντόπιος αρχ. 1. αυτός που γεννήθηκε από νόμιμο γάμο, νόμιμος 2. γνήσιος («ἰθαγενὲς χρυσίον» γνήσιος χρυσός) 3. φρ. «ἰθαγενὲς κύημα»… …   Dictionary of Greek

  • ai-dh-, i-dh-, nasal. i-n-dh- (*heu̯i-ĝh-) —     ai dh , i dh , nasal. i n dh (*heu̯i ĝh )     English meaning: to burn     Note: Common Illyr. ĝh > dh phonetic mutation     Deutsche Übersetzung: “brennen, leuchten”     Material: O.Ind. inddhē “ inflamed, is aroused “ (pass. idhyáte,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.